Συζυγίας ἐγκώμιον
ὑπὸ ἀνωνύμου τινὸς ἐγγάμου
   Ὁ μοναχὸς δὲν θὰ γευθεῖ ποτὲ τὴν ἐμπειρία (πραγματικὸ γεγονὸς) νὰ μοιράζεται τὴ ζωή του, τὴν ὕπαρξή του. Νὰ μοιράζεται μὲ κάποιον ἄλλον τὸ κορμί του, τὸν πόθο καὶ τὶς ἐνορμήσεις του, τὴν τροφὴ τὴν κερδισμένη μὲ τὸν μόχθο του, τὴν ὅποια στέρησή του καὶ τὴν ὅποια ἄνεση. Δὲν θὰ μοιραστεῖ ὁ μοναχὸς ποτὲ μὲ κανέναν τὸ ὄνομά του, αὐτὸ ποὺ τοῦ ἐξασφαλίζει μετοχὴ στὴν κοινωνία τῶν σχέσεων. Δὲν θὰ γευθεῖ κανένα εἶδος μοιρασιᾶς τοῦ ἑαυτοῦ, «ἀπώλειας» τῆς «ψυχῆς» του —μοιρασιᾶς ἢ «ἀπώλειας» ποὺ εἶναι ἐπιπλέον καὶ αὐτονόητη, «φυσική», δίχως τὸ παραμικρὸ ἐνδεχόμενο νὰ βιωθεῖ ὡς ἀξιομισθία.
   Ἡ συζυγία ξεκινάει μὲ τὴν ταπείνωση, σαφῶς ἀνεπίγνωστη, ὑποταγῆς σὲ φυσικὲς ἀνάγκες, ἀτομικές, ἐγωκεντρικές: Ἀνάγκη ἡδονῆς, ἀνάγκη συντροφικότητας, ἀνάγκη ἀπεξάρτησης ἀπὸ τὴ γονεϊκὴ προστασία, ἀνάγκη νὰ στήσει ὁ ἀτομικὸς ἄνθρωπος τὸ δικό του σπιτικό, τὴ δική του παρουσία μέσα στὸν κοινωνικὸ βίο. Καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ποὺ «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι» (δὲν ἁλιεύει πρωταθλητές), ἔχει δρομολογήσει νὰ ἱκανοποιοῦνται οἱ φυσικές, ἀτομοκεντρικὲς αὐτὲς ἀνάγκες μέσα ἀπὸ μιὰ πορεία ἀνεπίγνωστης μοιρασιᾶς τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξης.
   Ἡ μοιρασιὰ δὲν εἶναι στόχος, στόχος εἶναι ἡ ἱκανοποίηση τῆς ἀτομικῆς ἀνάγκης ποὺ ὅμως περνάει μέσα ἀπὸ τὴ μοιρασιά. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἔχει ἡ μοιρασιὰ τίποτα τὸ προγραμματικὰ ἀξιόμισθο. Εἶναι ἀκούσια ταπείνωση ὑποταγῆς στὴν ἀνάγκη. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐγωκεντρική, ἡ ἱκανοποίησή της μέσα ἀπὸ τὴ μοιρασιὰ συνεπάγεται, σχεδὸν σὲ κάθε βῆμα πρόσκρουση στὸν ἄλλον, σύγκρουση, φανερὴ ἢ ἀφανὴ διαμάχη, ἀνταγωνισμὸ τῶν ἐγώ. Ἀλλὰ ἡ ἀνάγκη πλεονεκτεῖ, αὐτὴ ὑποχρεώνει τὸ ἐγώ, προοδευτικὰ καὶ ἀνεπαίσθητα, νὰ ὑποταχθεῖ, νὰ καταβάλει τὸ ἔμπονο τίμημα τῆς αὐτοπαραίτησης ποὺ προϋποθέτει ἡ ἱκανοποίηση τῶν ἀναγκῶν.
   Ἡ συζυγία, κατὰ κανόνα, εἶναι σκληρὴ ἀναμέτρηση ἐγωισμῶν, ἀπαιτήσεων αὐτονομίας καὶ ἐπιβολῆς —εἶναι καυγάδες, πικρὰ λόγια, σπαραγμὸς στὰ σωθικά. Ἔτσι, μὲ αὐτοὺς τοὺς πόνους γέννας, συντελεῖται ἀνεπίγνωστα ἡ μοιρασιὰ τῆς ὕπαρξης. Τὸ τίμημα τοῦ πόνου ἀπομακρύνει κάθε ὑπόνοια κατορθώματος, ἀπαίτησης ἐπαίνων γιὰ τὴν αὐτοπαραίτηση. Ἡ μοιρασιὰ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξης «οὐκ ἔρχεται μετὰ παρατηρήσεως», συντελεῖται ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἀθλουμένων. «Ὡς ἂν ἄνθρωπος βάλῃ τὸν σπόρον ἐπὶ τῆς γῆς καὶ καθεύδῃ καὶ ἐγείρητε, νύκτα καὶ ἡμέραν, καὶ ὁ σπόρος βλαστάνῃ καὶ μηκύνηται ὡς οὐκ οἶδεν αὐτὸς —αὐτομάτῃ γὰρ ἡ γῆ καρποφορεῖ».
   Ἡ μοιρασιὰ (σωστότερα: κοινωνία) τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξης «κέκτηται διδάσκαλον τὴν ἁγίαν Τριάδα». Εἶναι ἡ ὄντως ζωὴ ἡ ἀθάνατη, ποὺ εὐαγγελίζεται ἡ Ἐκκλησία. Στὴν προοπτικὴ αὐτοῦ τοῦ «εὐ-αγγελίου» ὅ,τι εἶναι ἀτομικό, εἶναι θάνατος καὶ ὅ,τι εἶναι αὐθυπέρβαση, αὐτοπροσφορά, κοινωνία, συνιστᾶ ζωή. Ἀτομικὴ ἀρετή, ἀτομικὴ ἠθικότητα, ἀτομικὴ ἐπιδίωξη σωτηρίας δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὸν τριαδικὸ τρόπον τῆς ὑπάρξεως, τὸν ἀποκεκαλυμμένο στὸν κενωτικὸ τρόπο τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ὁδὸς θανάτου. Ἀντίθετα, ὁδὸς ζωῆς καὶ σωτηρίας (τρόπος νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος «σῶος», ὁλόκληρος, νὰ μετάσχει στὴν ὁλοκληρία τῆς ὕπαρξης) εἶναι ἡ μίμηση τῆς τριαδικῆς ἀγαπητικῆς ἐλευθερίας, ἡ κενωτικὴ αὐταπάρνηση τοῦ Χριστοῦ: Παραίτηση, στὴν περίπτωση τοῦ κτιστοῦ ἀνθρώπου, θελημένη ἢ ἀθέλητη, ἀπὸ τὴν αὐτονομία τοῦ ἐγώ, μοίρασμα τοῦ ἐγώ, ἑκούσια ἢ καὶ ἀκούσια ταπείνωση.
   Ὁ γέρων Παΐσιος ὁ κελλιώτης ἔλεγε: «Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ταπεινωθεῖ, ἔστω καὶ ἀκούσια, ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἔρθει ἐπάνω του». Μὲ μέτρο καὶ κριτήριο αὐτὴ τὴ φράση μποροῦμε νὰ καταλάβουμε «ἐκ μέρους» πῶς ὁ Θεὸς σώζει ἀνθρώπους ποὺ δὲν ὑποψιάστηκαν ποτὲ ὅτι εἶναι σεσωσμένοι —ἀνθρώπους βαφτισμένους στὴν Ἐκκλησία ἢ ἀλλογενεῖς καὶ ἀλλόθρησκους.

   Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ συζυγία, ἡ ἐπιλογὴ τοῦ μοναχικοῦ βίου μοιάζει νὰ ἔχει ἀφετηρία ὄχι τὴν ταπεινὴ ὑποταγὴ στὴν ἀνάγκη, ἀλλὰ τὴν ἀσυναίσθητα ἐπηρμένη στόχευση τῆς ἀξιομισθίας. Ἂν ἔτσι συμβαίνει, εἶναι παγιδευμένη ἡ ἐπιλογὴ τοῦ μοναχικοῦ βίου σὲ ἀναγκαιότητα φυσικῶν ἐγωκεντρικῶν ἐνορμήσεων, ἄλλων ἀπὸ αὐτὲς ποὺ παγιδεύουν καταγωγικὰ τὴ συζυγία. Εἶναι οἱ ναρκισσιστικὲς ἐνορμήσεις, ποὺ ὁ μοναχὸς δὲν μπορεῖ μὲ καμία δύναμη θέλησης νὰ τὶς μεταπλάσσει σὲ μοιρασιὰ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξης, σὲ ἀκούσια αὐταπαρνητικὴ ταπείνωση —«τὸ γὰρ νικῆσαι τινὰ τὴν ἑαυτοῦ φύσιν τῶν οὐκ ἐνδεχομένων ἐστίν». Ἀγωνίζεται ὁ μοναχὸς νὰ ἀποβάλει τὸν ναρκισσισμὸ μὲ σκληρὴ προσπάθεια παραίτησης ἀπὸ τὶς φυσικὲς ἀτομοκεντρικὲς ἐπιθυμίες, παραίτησης ἀπὸ τὸ ἴδιον θέλημα. Ὅμως τὸ ἀφετηριακό του κίνητρο εἶναι ἡ ἔγνοια γιὰ τὸ ἄτομό του, ὅλες οἱ μέθοδοι νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὸ ἐγώ του ὁριοθετοῦνται ἀπὸ τὸ ἐγωτικὸ ἐνδιαφέρον. Δὲν εἶναι ὁδὸς μοιρασιᾶς τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξης, μοιρασιᾶς τοῦ κορμιοῦ, τοῦ ὁρατοῦ καὶ αἰσθητοῦ πυρήνα τῆς ἀτομικότητας, μοιρασιὰ τῆς χρείας, μοιρασιὰ τῆς καθημερινότητας.
   Μέσα στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν κατατεθεῖ πολλὰ καὶ ἐπιφανὴ «παρθενίας ἐγκώμια». Δίνουν τὴν ἐντύπωση, ἴσως στὸν ἀνώριμο ἀναγνώστη, ὅτι κυριαρχοῦνται ἀπὸ ἕναν τυπικὰ ναρκισσιστικὸ πρωταθλητισμό. Καὶ συνοδεύεται ὁ ναρκισσισμὸς κατὰ κανόνα (ἡ κλινικὴ ψυχολογία ἑρμηνεύει ἐμπεριστατωμένα τὸ γιατί) ἀπὸ τὸν χθόνιο τρόμο γιὰ τὴ σεξουαλικότητα, τὴν ἄκρα ἐνοχοποίηση τῆς σεξουαλικότητας.
   Σήμερα, στὰ πλαίσια τοῦ παγκοσμιοποιημένου πολιτισμοῦ τῆς ἀτομοκεντρικῆς χρησιμοθηρίας, καταλαβαίνουμε καὶ τὴν παρθενία κυρίως ὡς ἀγαμία, δηλαδὴ ὡς ἀποφυγὴ τοῦ γάμου γιὰ χάρη τῆς ἀπερίσπαστης ἀπὸ οἰκογενειακὲς μέριμνες στράτευσης στὸ ἔργο τῆς ἐκκλησίας. Καὶ εἶναι φυσικό, γιατὶ ὁ σημερινὸς πολιτισμὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὸ ἀναποδογύρισμα τῶν προϋποθέσεων τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τρόπου ὕπαρξης καὶ ζωῆς —τὸν γέννησε ἡ μεσαιωνικὴ Δύση μετὰ τὴν ἀπόσχισή της ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας.
   Οἱ αὐτονόητες στὸν πολιτισμό μας σήμερα προτεραιότητες, τοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ καὶ τῆς χρησιμοθηρίας, ἔχουν στρεβλώσει συνολικὰ τὴ γλώσσα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ εὐ-αγγελίου: Καταλαβαίνουμε τὴ σωτηρία σὰν ἀτομικὴ ἐπιδίωξη καὶ νομικὴ καταξίωση, τὴν πίστη σὰν πακέτο ἀτομικῶν πεποιθήσεων, τὸν πρεσβύτερο τῆς Ἐκκλησίας σὰν «ἱερέα» θρησκείας, τὸν ἐπίσκοπο σὰν «δεσπότη», διοικητικὸ ἐξουσιαστὴ τοῦ ἰδεολογικοῦ καὶ ἱεροπρακτικοῦ μηχανισμοῦ τῆς θρησκείας. Μὲ τέτοιες προσλαμβάνουσες κατανοοῦμε καὶ τὴν ἀγαμία σὰν τυπικὸ προαπαιτούμενο γιὰ τὴ «βαθμίδα» ἱερωσύνης τοῦ πρεσβυτέρου καὶ τοῦ ἐπισκόπου στὸν Ρωμαιοκαθολικισμό, γιὰ τὴ «βαθμίδα» τοῦ ἐπισκόπου στὴν Ὀρθοδοξία. Ὡς τυπικὸ προσὸν ἡ ἀγαμία διαστέλλεται σιωπηρὰ ἀλλὰ σαφῶς ἀπὸ τὴν παρθενία τῶν παραδοσιακῶν «ἐγκωμίων» —καταξιώνεται μὲ κριτήρια χρησιμοθηρικῆς ἀποτελεσματικότητας: ἀπερίσπαστης ἀπὸ συζυγικὲς μέριμνες στράτευσης. Στὴν «ὀρθόδοξη» πρακτική, ὅταν ἡ ἀνάληψη τῆς ἱερωσύνης προηγεῖται χρονικά, τὸ ἐκκλησιαστικὸ μυστήριο τοῦ γάμου ἀποκλείεται —ἂν ὁ ἔγγαμος κληρικὸς χηρέψει, πρέπει στανικὰ νὰ μεταταχθεῖ στὶς τάξεις τοῦ ἄγαμου κλήρου.
   Ὁ «ἄγαμος κλῆρος» εἶναι μιὰ τρίτη κατηγορία: οὔτε μοναχοί, στὴν ἄσκηση τοῦ κοινοβίου ἢ τῆς ἀναχώρησης, οὔτε οἰκογενειάρχες, στὸ ἄθλημα μοιρασιᾶς τοῦ ἑαυτοῦ. Εἶναι (κατὰ κανόνα) οἱ καριερίστες τῆς θρησκευτικῆς ἐξουσίας, κάτι σὰν τοὺς εὐνούχους τῶν ἄλλοτε βασιλικῶν αὐλῶν. Φύονται καὶ αὐξάνονται, συνήθως, στὴν καμαρίλα ἐπισκοπικῶν αὐλῶν, μαθαίνουν νὰ ὑπαλλάσσουν τὴ σεξουαλικὴ στέρηση σὲ καριέρα μὲ στόχο τὸν δεσποτικὸ «θρόνο», τὴν ἐγωλαγνεία, θεσμοποιημένη: Νὰ ἐξουσιάζουν συνειδήσεις, νὰ ἐκμεταλλεύονται τὴν προβατώδη ὑποταγὴ τοῦ ποιμνίου, νὰ θυμιάζονται ὡς εἴδωλα καὶ νὰ πολυχρονίζονται ἀκαταπαύστως στὴ λατρεία. Μιὰ τέτοια καριέρα γοητεύει τὰ νεαρὰ ἀγαμίδια τῶν ἐπισκοπικῶν αὐλῶν, τὰ θέλγει ἐπιπλέον καὶ ἡ γυναικώδης ἐνασχόληση μὲ κοσμήματα, αὐτοκρατορικὲς μίτρες καὶ σκῆπτρα, χρυσοποίκιλτα ἐνδύματα. Στὴν ἱεράρχηση εὐθυνῶν, ἀξιωμάτων καὶ προβαδισμάτων τὰ ἀγαμίδια ὑποσκελίζουν αὐτονοήτως πολιοὺς πρεσβυτέρους, μόνο ἐπειδὴ «μετὰ γυναικὸς οὐκ ἐμολύνθησαν» —διέσωσαν τὴ ναρκισσιστικὴ αὐτονομία τους ἀνυπότακτοι σὲ συζυγία.

   Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, δὲν ἔγραψε «παρθενίας ἐγκώμιον». Κατέγραψε τὴν πείρα του καὶ τὶς συμβουλές του γιὰ τὸ ἀσκητικὸ ἄθλημα. Στὴ δική του καταγραφὴ μπορεῖ ν’ ἀρχίσει κανεὶς νὰ ὑποψιάζεται τὴ σύγκλιση μοναχισμοῦ καὶ συζυγίας, ὅταν πρίσμα τῆς θεώρησης εἶναι τὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονός: ὁ τρόπος τῆς Τριαδικῆς ἀγαπητικῆς ἀλληλοπεριχώρησης, ὁ κενωτικὸς τρόπος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ μοναχός, γιὰ τὸν ἅγιο Ἰσαάκ, εἶναι πρὶν ἀπὸ κάθε τι ἄλλο, ὁ «ἐξερχόμενος» ἀπὸ τὸν κόσμο προκειμένου νὰ «παραδώσει ἑαυτὸν τῷ Θεῷ» —ὄχι ἀφηρημένα καὶ γενικὰ στὸν Θεό, ἀλλὰ στὸν τρόπο τοῦ Θεοῦ: τρόπο τῆς ἄσκησης ποὺ τὸν θεσμοποίησε ἡ πείρα τῆς Ἐκκλησίας.
   Ἡ συζυγία εἶναι ὑποταγὴ στὸν ζυγὸ τοῦ θελήματος τοῦ ἄλλου, μοιρασιὰ τοῦ ἑαυτοῦ, τῆς ζωῆς, τῆς καθημερινότητας, τοῦ κορμιοῦ καὶ τοῦ πόθου μὲ τὸν ἄλλον. Ἔτσι εἶναι καὶ γιὰ τὸν μοναχό, μόνο ποὺ ὁ «ἄλλος» γι’ αὐτὸν εἶναι μιὰ πολὺ-πολὺ συγκεκριμένη πρακτικὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀσκητικῆς, ἔνσαρκη ὡς ἀγαπητικὴ προστακτικὴ στὸ πρόσωπο τοῦ ἡγουμένου, τοῦ γέροντα —καὶ κάποτε, ἴσως, ἄμεσα στὸ πρόσωπο τῆς Κυρίας Θεοτόκου, στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Μὲ αὐτὴ τὴν ἀσκητικὴ πρακτικὴ τὴν ἐμπρόσωπη μοιράζεται ὁ μοναχὸς τὸ θέλημά του, τὴν τροφή του, τὸν σωματικό του μόχθο, τὴν ἐλπίδα του.
   Τὸ μυστικὸ εἶναι ἴδιο μὲ τῆς συζυγίας: Ἡ ταπείνωση τῆς ἐγωκεντρικῆς ἀνάγκης, αὐτὴ ἐξαφανίζει ἀπὸ τὸ ἄθλημα κάθε ὑποψία ἀξιομισθίας. Ὁ ἀποκλεισμὸς κάθε ἐνδεχομένου ἀνταλλάγματος, ἡ ὁλοκληρωτικὴ (ἀλλὰ ἐρωτική, δηλαδὴ ἐκκλησιαστικὴ) αὐτοπαραίτηση καὶ αὐτοπροσφορά, καρποφορεῖ μὲ τὸν καιρὸ «αὐτομάτῃ» τὴ χάρη νὰ εἶναι ὁ μοναχὸς «πάντων χωρισθεὶς καὶ πᾶσι συνημμένος» —τὴ μοιρασιὰ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξης «ἥτις κέκτηται διδάσκαλον τὴν Ἁγίαν Τριάδα».
   Συνήθως, λέει ὁ ἔμπειρος Ἰσαάκ, ἡ χάρη χαρίζεται ὅταν ἡ ἄσκηση μένει γιὰ χρόνια πολλὰ ἀναπάντητη καὶ ὁ ἀσκητὴς (σύζυγος ἢ μοναχὸς) βυθισμένος στὴν ἀπόγνωση δὲν παραιτεῖται. Ἐπιμένει στὴν πίστη-ἐμπιστοσύνη του.

   «Συζυγίας ἐγκώμιον» σημαίνει: Νὰ ἀναδείξουμε τὴ συζυγία μέτρο καὶ τύπο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀθλήματος, συζυγικοῦ καὶ μοναστικοῦ.
16.7.2009
 
Δέκα χορικὰ ἀπ’ τὸ «Βράχο»1
(ἀπόσπασμα)
Τ.Σ. Ἔλιοτ
Τρίτο χορικό
Ὁ Λόγος τοῦ Κυρίου, σὲ μένα φανερώθηκε λέγοντας:
Ὦ ἄθλιες πολιτεῖες πονηρῶν ἀνθρώπων
Ὦ γενεὰ ταλαίπωρη, ἀνθρώπων θρεμμένων ἀπ’ τὸ διαφωτισμό,
Ἀπ’ τοὺς λαβύρινθους τῆς εὐφυίας σας προδομένων
Καὶ πουλημένων ἀπ’ τὰ προϊόντα τῶν ἐφευρέσεων τῶν δικῶν σας:
Σᾶς ἔδωσα τὰ χέρια κι ἐσεῖς τ’ ἀποστρέψατε ἀπὸ τὴ λατρεία,
Σᾶς ἔδωσα τὴν ὁμιλία, μὰ ἐσεῖς τὴ μετατρέψατε σὲ ἀτέλειωτες συζητήσεις.
Σᾶς ἔδωσα τὸ Νόμο μου, κι ἐσεῖς θέσατε ὅρους,
Σᾶς ἔδωσα τὰ χείλια, γιὰ νὰ ἐκφράζετε φιλικὰ αἰσθήματα,
Σᾶς ἔδωσα τὶς καρδιές, ἀλλὰ ἐσεῖς φτάσατε στὴν ἀμοιβαία δυσπιστία,
Σᾶς ἔδωσα τὴ δύναμη τῆς ἐκλογῆς, κι ἐσεῖς τὴν ἐναλλάζετε
Ἀνάμεσα στὴ μάταιη κερδοσκοπία καὶ στὴν ἀσήμαντη δράση.
Πολλοὶ ἀσχολοῦνται στὸ νὰ γράφουν βιβλία καὶ νὰ τὰ τυπώνουν,
Πολλοὶ ἐπιθυμοῦν νὰ βλέπουν τὰ ὀνόματά τους τυπωμένα,
Πολλοὶ δὲ διαβάζουν τίποτ’ ἄλλο, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ νέα τῶν ἀγώνων.
Πολλὰ πράγματα διαβάζετε, ὄχι ὅμως καὶ τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ,
Πολλὰ εἶν’ τὰ ὅσα χτίζετε, ὄχι ὅμως καὶ τὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ.
Θὰ μοῦ χτίσετε ἕνα σπίτι ἀπὸ πηλὸ μὲ καλαμένια στέγη
Γιὰ νὰ γεμίσει μὲ μιὰ στοίβα, κυριακάτικες ἐφημερίδες;
[…]


1 Choruses from "The Rock", 1934, Ἐκδόσεις Ἴκαρος, μετάφραση Ἐ.Ν. Μόσχος, Ἀθήνα 2005.



Χορός:

Μάταια χτίζουμε ἂν ὁ Κύριος μαζί μας δὲν οἰκοδομήσει,
Τάχα μπορεῖς τὴν Πολιτεία νὰ τὴ φυλάξεις, ὁ Κύριος ἂν μαζί σου δὲν τήνε φυλάξει;
Χίλιοι ἀστυνομικοί, καθὼς ρυθμίζουν τὴν κυκλοφορία,
Δὲ γίνεται νὰ ποῦν, γιατί ἔρχεσαι ἢ γιὰ ποῦ ἔχεις τὸν προορισμό σου.
Μιὰ κοινωνία ἀπὸ χοιρίδια ἢ μιὰν ὀρδὴ ἀπὸ δραστήριους ἀγριοπόντικους
Οἰκοδομοῦν καλύτερ’ ἀπὸ κείνους, ποὺ χωρὶς τὸν Κύριο χτίζουν.
Θὰ σύρουμ’ ἄραγε τὰ πόδια μας, ἀνάμεσα σ’ ἐρείπια αἰώνια;
Ἀγάπησα τὴν ὀμορφιὰ τοῦ Οἴκου Σου, τοῦ θυσιαστηρίου Σου τὴ γαλήνη
Καὶ σκούπισα τὸ δάπεδο κι ἀκόμα διακόσμησα καὶ τοὺς βωμούς Σου.
Κεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει ναός, μήτε σπιτικὸ δὲ γίνεται νὰ ὑπάρξει,
Ἔστω κι ἂν ἔχετ’ ἄσυλα κι ἱδρύματα
Κι ἀβέβαια διαμερίσματα μὲ νοίκι,
Καὶ καταχωνιασμένα ὑπόγεια, ὅπου οἱ ποντικοὶ γεννοβολοῦνε
Ἢ κατοικίες ὑγιεινές, ποὺ ἔχουν τὶς πόρτες τους ἀριθμημένες,
Ἢ ἀκόμα σπιτικὸ λίγο καλύτερο ἀπ’ τοῦ γείτονά σας.
Ὁ Ξένος σὰν ρωτήσει: «Ποιό εἶναι τὸ νόημα τῆς Πολιτείας ἐτούτης;
Κι αὐτὸς ἐδῶ ὁ πυκνὸς συνωστισμός σας, τὸ ὅτι ἀγαπᾶ ὁ ἕνας τὸν ἄλλονε σημαίνει;»,
Τί θ’ ἀπαντήσετε λοιπόν; «Μαζὶ ὅλοι κατοικοῦμε
Λεφτὰ νὰ κάνουμε, ὁ ἕνας ἀπ’ τὸν ἄλλον»; ἢ «Γιατὶ αὐτὸ σημαίνει κοινωνία»;
Κι ὁ Ξένος τότε, θ᾽ ἀναχωρήσει καὶ θὰ γυρίσει πίσω στὴν ἔρημο.
Ὦ ψυχή μου, γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Ξένου προετοιμάσου,
Γι’ αὐτὸν ποὺ ξέρει πῶς νὰ διατυπώνει τὶς ἐρωτήσεις του.
Ὦ κουρασμένοι ἄνθρωποι ποὺ φεύγετ’ ἀπ’ τὸ Θεὸ
Στὴ μεγαλοσύνη τῆς σκέψης σας καὶ στὴ δόξα τῆς δράσης σας.
Στὶς τέχνες καὶ στὶς ἀνακαλύψεις καὶ στὶς τολμηρὲς ἐπιχειρήσεις,
Στὰ σχέδια τοῦ ἀνθρώπινου μεγαλείου, τόσο βαθιὰ δυσφημισμένου,
Ποὺ προσδέσατε τὴ γὴ καὶ τὸ νερὸ στὴν ὑπηρεσία σας,
Ποὺ ἀνακαλύψατε τὶς θάλασσες καὶ ἀξιοποιήσατε τὰ βουνά.
Ποὺ διαιρέσατε τ’ ἄστρα σὲ κοινὰ καὶ σὲ προνομιοῦχα
Ὑποχρεωμένοι νὰ σχεδιάσετε τὸ τέλειο ἠλεκτρικὸ ψυγεῖο,
Ὑποχρεωμένοι νὰ δουλεύετε σὲ μιὰν ὀρθολογιζόμενην ἠθική,
Ὑποχρεωμένοι νὰ τυπώνετε ὅσο γίνεται περισσότερα βιβλία,
Συνωμοτώντας ἀπὸ εὐτυχία κι ἐκσφενδονίζοντας ἄδειες μποτίλιες,
Στρέφοντας ἀπ’ τὸ μέσα σας κενὸ στὸν πυρετώδη ἐνθουσιασμό σας,
Γιὰ τὸ ἔθνος ἢ τὴ φυλὴ ἢ γιὰ ὅ,τι ἀποκαλεῖτε ἀνθρωπότητα.
Ἂν καὶ ξεχάσατε τὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὸ Ναό,
Ὑπάρχει κάποιος ποὺ θυμᾶται τὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴ θύρα σας:
Τὴ ζωὴ μπορεῖτε νὰ τὴν ξεφύγετε, ἀλλὰ τὸ θάνατο νὰ τὸν ξεφύγετε δὲ μπορεῖτε,
Δὲ θὰ μπορέσετε νὰ διώξετε τὸν Ξένο.
 
Ἡ πορεία πρὸς Ἐμμαούς
Κατὰ Λουκάν 24, 13-35
   Ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Κλεόπας ὁδεύουν πρὸς Ἐμμαούς, ἔχοντας ἀφήσει τὴν Ἱερουσαλήμ, τὸν τόπο ὅπου ἐξελίχτηκαν τὰ γεγονότα τῆς σταύρωσης τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι κατηφεῖς γιατὶ πιστεύουν πὼς ὅλα ἔχουν τελειώσει. Τὸ μέγα ποθούμενο γιὰ τὴ λύτρωση τοῦ Ἰσραήλ ἔχει ἀποτύχει. Ὁ Διδάσκαλος εἶναι νεκρός. Ἡ ἀμφιβολία τοὺς βασανίζει. Δὲν μποροῦν νὰ πιστέψουν αὐτὸ ποὺ ξεπερνᾶ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἡ μαρτυρία τῶν γυναικῶν ὅτι εἶδαν ὀπτασία ἀγγέλων οἱ ὁποῖοι τὶς εἶπαν ὅτι ζεῖ, δὲν τοὺς πείθει. Πῆγαν καὶ κάποιοι ἄλλοι μαθητὲς στὸ μνῆμα καὶ δὲν τὸν βρῆκαν. Τὸ σῶμα ἔχει χαθεῖ. Ὅμως ἐκεῖ ποὺ δὲν περιμένουν πλέον τίποτε, ὁ Χριστὸς ἐμφανίζεται νὰ πορεύεται μαζί τους. Τὰ μάτια τους μένουν κλειστά, ὥστε νὰ μὴν τὸν ἀναγνωρίσουν. Τοῦ διηγοῦνται τὰ ὅσα συνέβησαν, πῶς οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες καταδίκασαν σὲ θάνατο τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν σταύρωσαν. Τὸ τέλος κάθε ἐλπίδας σκοτεινιάζει τὰ μάτια τους. Δὲν ὑπάρχει φῶς ποὺ νὰ φωτίζει τὶς καρδιές τους. Ἐκεῖνος τοὺς ἐπιπλήττει γιὰ τὴν ἀπιστία τους: Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται. Τοὺς ἐξηγεῖ ὅσα ἀναφέρουν οἱ προφῆτες σχετικὰ μὲ τὸν ἐρχομό του μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Ὅμως ἀκόμη καὶ τότε οἱ δύο μαθητὲς δὲν τὸν ἀναγνωρίζουν. Ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ. Ὁ χαρακτηρισμὸς βέβαια δὲν ἀφορᾶ μόνον τοὺς δύο μαθητές, ἀλλὰ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ὅσους ἄκουσαν γι’ αὐτὸν καὶ τὸν παρερμήνευσαν στρέφοντας ἀλλοῦ τὸ βλέμμα.
   Ἡ πορεία πρὸς Ἐμμαοὺς εἶναι μιὰ μακρὰ πορεία μέσα στὴ νύχτα. Εἶναι ἡ δική μας πορεία. Τὰ συμβαίνοντα στὴν καθημερινότητα μᾶς βυθίζουν ὁλοένα καὶ πιὸ βαθιὰ στὸν ὕπνο. Νομίζουμε πὼς ἂν διορθωθοῦν τὰ κακῶς κείμενα, ἡ κοινωνία θὰ βαδίσει μὲ ἀσφάλεια πρὸς τὴν πρόοδο καὶ τὴν εὐημερία, μὲ τὴ σκέψη μας στὴ βελτίωση τῆς ἐπίγειας βιωτῆς μας, ὅπως καὶ τῶν μαθητῶν ποὺ περιστρέφονταν διαρκῶς στὰ στενὰ πλαίσια τῆς ἐπίγειας κυριαρχίας τοῦ Ἰσραήλ. Ὅμως κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ξέρει τί ἐλλοχεύει κάτω ἀπὸ τὶς πατοῦσες του καθὼς πορεύεται ἀπορροφημένος στὶς ἀσχολίες του. Μέσα στὴν ἀπόγνωση καὶ τὴ μοναξιά μας ὁ Χριστὸς περπατᾶ δίπλα μας ἐμψυχώνοντας τὶς καρδιές μας. Ὅμως ἐμεῖς δὲν ἔχουμε μάτια γιὰ νὰ τὸν δοῦμε. Oἱ μαθητές τὸν ἀναγνωρίζουν ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου. Ἡ κλάση τοῦ ἄρτου παραπέμπει στὴν Ἐνσάρκωση. Στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ προσφέρεται σὲ ὅλους. Ὅπως καὶ στὴ ζωή μας, ὁ Χριστὸς εἶναι παρὼν καὶ ταυτοχρόνως ἀπουσιάζει. Ἡ εἴσοδός του στὸν ἱστορικὸ χρόνο δὲν εἶναι γιὰ νὰ τὸν διαιωνίσει καὶ νὰ τὸν δικαιώσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν ὑπερβεῖ, καὶ νὰ δείξει ὅτι δὲν εἶναι ὁ ἱστορικὸς χρόνος ποὺ καθορίζει τὸν ἄνθρωπο ὡς πνευματικὴ ὀντότητα καὶ ὁλότητα, ἀλλὰ ὁ χῶρος τῆς μετα-ιστορίας, ἀκολουθώντας, ὡστόσο, τὴν ἀναγκαία, ὀδυνηρὴ ὅσο καὶ ἐπικίνδυνη πορεία στὴν κοιλάδα τοῦ θανάτου, ποὺ εἶναι ἡ Ἱστορία.
   Τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὕς ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες καί ἐστε σκυθρωποί; Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ εἷς, ᾧ ὄνομα Κλεόπας, εἶπε πρὸς αὐτόν• σὺ μόνος παροικεῖς ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις; Καὶ εἶπεν αὐτοῖς• ποῖα; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ• τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὅς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ, ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν. Ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ. (Λουκ. 17-21).
   Ὁ Κλεόπας ἀπευθύνεται στὸν Ἰησοῦ μὲ ἕναν τόνο ὀνειδισμοῦ, σὰν νὰ ἀπευθύνεται σὲ ἕναν ἄνθρωπο ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἰδέα γιὰ τὰ τεκταινόμενα. Ἐνῶ ὁ ἴδιος κοιμᾶται (βραδὺς τῇ καρδίᾳ), συμπεριφέρεται σὰν νὰ εἶναι ὁλότελα ξυπνητός, σὲ σχέση μὲ τὰ ὅσα συμβαίνουν. Ἀποκαλώντας τον μάλιστα οἱ μαθητὲς «προφήτη», εἶναι φανερὸ πὼς δὲν ἔχουν συνειδητοποιήσει ὅτι εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ περιεχόμενο ποὺ δίνουν στὴ λύτρωση τοῦ Ἰσραὴλ εἶναι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ περιεχόμενο ποὺ ἡ ἔννοια τῆς λύτρωσης ἔλαβε κατόπιν, ἐκείνη τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἔξω ἀπὸ τὸν λαβύρινθο τοῦ φόνου καὶ τῆς βίας.
   Δυσκολευόμαστε νὰ δεχτοῦμε ὅτι ὁ Χριστὸς φέρει τὴν κλείδα τῆς κατανόησης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καὶ εἴμαστε ἀνίκανοι νὰ συμμετάσχουμε στὴ γνώση ποὺ δόθηκε στοὺς ἀνθρώπους μετὰ τὸ Πάθος Του, ὅπως φανερώνεται σὲ κάποιες μεταπασχάλιες σκηνὲς καὶ στὴν πορεία πρὸς Ἐμμαούς. Τοῦτο δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐκπλήσσει, ὅταν ἀκόμη καὶ τώρα τὸ μήνυμα τῆς Βασιλείας παραμένει παραγνωρισμένο καὶ ἄγνωστο. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ λογαριάζεται μύθος, μιὰ οὐτοπία, κάτι ποὺ δὲν ἀξίζει νὰ ἀσχοληθεῖ κανεὶς μαζί του οὔτε κατ’ ἐλάχιστον. Ὅμως Πάθος δὲν θὰ ὑπῆρχε ἂν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν ἦταν πραγματικότητα.
   Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ξένος, ὁ μὴ ἔχων ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι μέσα στὸν κόσμο, ἀλλὰ γιὰ μᾶς εἶναι ὁ ἄγνωστος φίλος ποὺ μᾶς πλησιάζει ἐκεῖ ποὺ θεωροῦμε τὰ πάντα τελειωμένα, βλέποντας τὸ κακὸ νὰ θριαμβεύει παντοῦ. Τὸ φῶς του εἶναι πέρα ἀπὸ τὸ τέλος καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀρχή. Εἶναι ἡ ἐλπίδα ποὺ ἔρχεται ἀπὸ ἀλλοῦ, καὶ μᾶς πάει ἀλλοῦ. Ὁ Κύριος δὲν ζητάει νὰ κάνουμε θυσίες γιὰ νὰ τὸν καταλάβουμε. Μᾶς ἐξηγεῖ τὶς Γραφές, τὰ λόγια τῶν προφητῶν ποὺ ἀποτέλεσαν προτυπώσεις τῆς ἐλεύσεώς του.
   Οἱ ταξιδιῶτες τῆς Ἐμμαούς ἐσθίουν καὶ πίνουν στὴν τράπεζα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἔστω καὶ ἂν δὲν τὸ γνωρίζουν, καθὼς ἐκεῖνος ποὺ τοὺς μοιράζει τὸν ἄρτο εἶναι ὁ ἀναστημένος Χριστός. Τοὺς μοιράζει τὴν ἀγάπη, διότι τί ἄλλο μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ ἄρτος τοῦ ἀναστημένου Κυρίου; Κι εὐθὺς ἀνοίγονται οἱ ὀφθαλμοί τους ὥστε νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν. Τὸν ἀναγνωρίζουν διὰ τῆς ἀγάπης. Ὅμως γίνεται ἄφαντος, δείχνοντας ὅτι ἡ ἀγάπη δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὴν εἰδωλολατρία καὶ τὶς συναφεῖς μὲ αὐτὴν ἐκδηλώσεις δέους καὶ ἱεροῦ τρόμου, ὅπως συμβαίνει μὲ τὶς ἐμφανίσεις καὶ τὰ σημεῖα τῶν μυθολογικῶν, βίαιων καὶ φονικῶν θεοτήτων. Καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους• οὐχὶ ἡ καρδίᾳ ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς; Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ εὗρον συνηθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς, λέγοντας ὅτι ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως καὶ ὤφθη Σίμωνι. Καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου.
Ἀλέξανδρου Κοσματόπουλου
Πατεῖστε ἐδῶ, γιὰ νὰ κατεβάσετε τὸ τεῦχος Νο. 109 σὲ μορφὴ pdf.